Aneks:Język nowogrecki - 9 model koniugacji

Model koniugacji C9

edytuj
  • C9 (strona czynna)
Strona czynna – Ενεργητική φωνή
Czas ja ty on/a/o my wy oni/one
Teraźniejszy niedokonany ενισχύω ενισχύεις ενισχύει ενισχύο(υ)με ενισχύετε ενισχύουν(ε)
Teraźniejszy dokonany έχω ενισχύσει έχεις ενισχύσει έχει ενισχύσει έχουμε ενισχύσει έχετε ενισχύσει έχουν(ε) ενισχύσει
Przeszły niedokonany ενίσχυα ενίσχυες ενίσχυε ανισχύαμε ενισχύατε ενίσχυαν
Przeszły dokonany ενίσχυσα ενίσχυσες ενίσχυσε ενισχύσαμε ενισχύσατε ενίσχυσαν
Zaprzeszły είχα ενισχύσει είχες ενισχύσει είχε ενισχύσει είχαμε ενισχύσει είχατε ενισχύσει είχαν(ε) ενισχύσει
Przyszły niedokonany θα ενισχύω θα ενισχύεις θα ενισχύει θα ενισχύο(υ)με θα ενισχύετε θα ενισχύουν(ε)
Przyszły dokonany θα ενισχύσω θα ενισχύσεις θα ενισχύσει θα ενισχύσουμε θα ενισχύσετε θα ενισχύσουν(ε)
Przedprzyszły θα έχω ενισχύσει θα έχεις ενισχύσει θα έχει ενισχύσει θα έχουμε ενισχύσει θα έχετε ενισχύσει θα έχουν(ε) ενισχύσει
Rozkazujący niedokonany - ενίσχυε - - ενισχύετε -
Rozkazujący dokonany - ενίσχυσε - - ενισχύστε -
Bezokolicznik rzeczowny ενισχύσει
Imiesłów czynny ενισχύοντας
  • C9 (strona zwrotno-bierna)
Strona bierno-zwrotna – Παθητική φωνή
Czas ja ty on/a/o my wy oni/one
Teraźniejszy niedokonany ενισχύομαι ενισχύεσαι ενισχύεται ενισχυόμαστε ενισχύεστε ενισχύονται
Teraźniejszy dokonany έχω ενισχυθεί έχεις ενισχυθεί έχει ενισχυθεί έχουμε ενισχυθεί έχετε ενισχυθεί έχουν(ε) ενισχυθεί
Przeszły niedokonany ενισχυόμουν ενισχυόσουν ενισχυόταν ενισχυόμασταν ενισχυόσασταν ενισχυόνταν
Przeszły dokonany ενισχύθηκα ενισχύθηκες ενισχύθηκε ενισχυθήκαμε ενισχυθήκατε ενισχύθηκαν
Zaprzeszły είχα ενισχυθεί είχες ενισχυθεί είχε ενισχυθεί είχαμε ενισχυθεί είχατε ενισχυθεί είχαν(ε) ενισχυθεί
Przyszły niedokonany θα ενισχύομαι θα ενισχύεσαι θα ενισχύεται θα ενισχυόμαστε θα ενισχύεστε θα ενισχύονται
Przyszły dokonany θα ενισχυθώ θα ενισχυθείς θα ενισχυθεί θα ενισχυθούμε θα ενισχυθείτε θα ενισχυθούν
Przedprzyszły θα έχω ενισχυθεί θα έχεις ενισχυθεί θα έχει ενισχυθεί θα έχουμε ενισχυθεί θα έχετε ενισχυθεί θα έχουν(ε) ενισχυθεί
Rozkazujący niedokonany - (ενισχύου) - - (ενισχύεστε) -
Rozkazujący dokonany - ενισχύσου - - ενισχυθείτε -
Bezokolicznik rzeczowny ενισχυθεί
Imiesłów bierny ενισχυμένος