Aneks:Język nowogrecki - 2 model koniugacji

Model koniugacji C2.1Edytuj

  • C2.1A (strona czynna)
Strona czynna – Ενεργητική φωνή
Czas ja ty on / ona / ono my wy oni / one
Teraźniejszy niedokonany αγκαλιάζω αγκαλιάζεις αγκαλιάζει αγκαλιάζο(υ)με αγκαλιάζετε αγκαλιάζουν(ε)
Teraźniejszy dokonany έχω αγκαλιάσει έχεις αγκαλιάσει έχει αγκαλιάσει έχουμε αγκαλιάσει έχετε αγκαλιάσει έχουν(ε) αγκαλιάσει
Przeszły niedokonany αγκάλιαζα αγκάλιαζες αγκάλιαζε αγκαλιάζαμε αγκαλιάζατε αγκάλιαζαν
Przeszły dokonany αγκάλιασα αγκάλιασες αγκάλιασε αγκαλιάσαμε αγκαλιάσατε αγκάλιασαν
Zaprzeszły είχα αγκαλιάσει είχες αγκαλιάσει είχε αγκαλιάσει είχαμε αγκαλιάσει είχατε αγκαλιάσει είχαν(ε) αγκαλιάσει
Przyszły niedokonany θ' αγκαλιάζω θ' αγκαλιάζεις θ' αγκαλιάζει θ' αγκαλιάζο(υ)με θ' αγκαλιάζετε θ' αγκαλιάζουν(ε)
Przyszły dokonany θ' αγκαλιάσω θ' αγκαλιάσεις θ' αγκαλιάσει θ' αγκαλιάσουμε θ' αγκαλιάσετε θ' αγκαλιάσουν(ε)
Przedprzyszły θα έχω αγκαλιάσει θα έχεις αγκαλιάσει θα έχει αγκαλιάσει θα έχουμε αγκαλιάσει θα έχετε αγκαλιάσει θα έχουν(ε) αγκαλιάσει
Rozkazujący niedokonany αγκάλιαζε αγκαλιάζετε
Rozkazujący dokonany αγκάλιασε αγκαλιάστε
Bezokolicznik rzeczowny αγκαλιάσει
Imiesłów czynny αγκαλιάζοντας
  • C2.1P (strona zwrotno-bierna)
Strona bierno-zwrotna – Παθητική φωνή
Czas ja ty on / ona / ono my wy oni / one
Teraźniejszy niedokonany αγκαλιάζομαι αγκαλιάζεσαι αγκαλιάζεται αγκαλιαζόμαστε αγκαλιάζεστε αγκαλιάζονται
Teraźniejszy dokonany έχω αγκαλιαστεί έχεις αγκαλιαστεί έχει αγκαλιαστεί έχουμε αγκαλιαστεί έχετε αγκαλιαστεί έχουν(ε) αγκαλιαστεί
Przeszły niedokonany αγκαλιαζόμουν αγκαλιαζόσουν αγκαλιαζόταν αγκαλιαζόμασταν αγκαλιαζόσασταν αγκαλιαζόνταν
Przeszły dokonany αγκαλιάστηκα αγκαλιάστηκες αγκαλιάστηκε αγκαλιαστήκαμε αγκαλιαστήκατε αγκαλιάστηκαν
Zaprzeszły είχα αγκαλιαστεί είχες αγκαλιαστεί είχε αγκαλιαστεί είχαμε αγκαλιαστεί είχατε αγκαλιαστεί είχαν(ε) αγκαλιαστεί
Przyszły niedokonany θ' αγκαλιάζομαι θ' αγκαλιάζεσαι θ' αγκαλιάζεται θ' αγκαλιαζόμαστε θ' αγκαλιάζεστε θ' αγκαλιάζονται
Przyszły dokonany θ' αγκαλιαστώ θ' αγκαλιαστείς θ' αγκαλιαστεί θ' αγκαλιαστούμε θ' αγκαλιαστείτε θ' αγκαλιαστούν
Przedprzyszły θα έχω αγκαλιαστεί θα έχεις αγκαλιαστεί θα έχει αγκαλιαστεί θα έχουμε αγκαλιαστεί θα έχετε αγκαλιαστεί θα έχουν(ε) αγκαλιαστεί
Rozkazujący niedokonany (αγκαλιάζου) (αγκαλιάζεστε)
Rozkazujący dokonany αγκαλιάσου αγκαλιαστείτε
Bezokolicznik rzeczowny αγκαλιαστεί
Imiesłów bierny αγκαλιασμένος

Model koniugacji C2.2Edytuj

  • C2.2A (strona czynna)
Strona czynna – Ενεργητική φωνή
Czas ja ty on / ona / ono my wy oni / one
Teraźniejszy niedokonany στηρίζω στηρίζεις στηρίζει στηρίζο(υ)με στηρίζετε στηρίζουν(ε)
Teraźniejszy dokonany έχω στηρίξει έχεις στηρίξει έχει στηρίξει έχουμε στηρίξει έχετε στηρίξει έχουν(ε) στηρίξει
Przeszły niedokonany στήριζα στήριζες στήριζε στηρίζαμε στηρίζατε στήριζαν
Przeszły dokonany στήριξα στήριξες στήριξε στηρίξαμε στηρίξατε στήριξαν
Zaprzeszły είχα στηρίξει είχες στηρίξει είχε στηρίξει είχαμε στηρίξει είχατε στηρίξει είχαν(ε) στηρίξει
Przyszły niedokonany θα στηρίζω θα στηρίζεις θα στηρίζει θα στηρίζο(υ)με θα στηρίζετε θα στηρίζουν(ε)
Przyszły dokonany θα στηρίξω θα στηρίξεις θα στηρίξει θα στηρίξουμε θα στηρίξετε θα στηρίξουν(ε)
Przedprzyszły θα έχω στηρίξει θα έχεις στηρίξει θα έχει στηρίξει θα έχουμε στηρίξει θα έχετε στηρίξει θα έχουν(ε) στηρίξει
Rozkazujący niedokonyny στήριζε στηρίζετε
Rozkazujący dokonany στήριξε στηρίξτε
Bezokolicznik rzeczowny στηρίξει
Imiesłów czynny στηρίζοντας
  • C2.2P (strona zwrotno-bierna)
Strona bierno-zwrotna – Παθητική φωνή
Czas ja ty on / ona / ono my wy oni / one
Teraźniejszy niedokonany στηρίζομαι στηρίζεσαι στηρίζεται στηριζόμαστε στηρίζεστε στηρίζονται
Teraźniejszy dokonany έχω στηριχτεί έχεις στηριχτεί έχει στηριχτεί έχουμε στηριχτεί έχετε στηριχτεί έχουν(ε) στηριχτεί
Przeszły niedokonany στηριζόμουν στηριζόσουν στηριζόταν στηριζόμασταν στηριζόσασταν στηριζόνταν
Przeszły dokonany στηρίχτηκα στηρίχτηκες στηρίχτηκε στηριχτήκαμε στηριχτήκατε στηρίχτηκαν
Zaprzeszły είχα στηριχτεί είχες στηριχτεί είχε στηριχτεί είχαμε στηριχτεί είχατε στηριχτεί είχαν(ε) στηριχτεί
Przyszły niedokonany θα στηρίζομαι θα στηρίζεσαι θα στηρίζεται θα στηρίζόμαστε θα στηρίζεστε θα στηρίζονται
Przyszły dokonany θα στηριχτώ θα στηριχτείς θα στηριχτεί θα στηριχτούμε θα στηριχτείτε θα στηριχτούν
Przedprzyszły θα έχω στηριχτεί θα έχεις στηριχτεί θα έχει στηριχτεί θα έχουμε στηριχτεί θα έχετε στηριχτεί θα έχουν(ε) στηριχτεί
Rozkazujący niedokonany (στηρίζου) (στηρίζεστε)
Rozkazujący dokonany στηρίξου στηριχτείτε
Bezokolicznik rzeczowny στηριχτεί
Imiesłów bierny στηριγμένος

Model koniugacji C2.3Edytuj

  • C2.3A (strona czynna)
Strona czynna – Ενεργητική φωνή
Czas ja ty on / ona / ono my wy oni / one
Teraźniejszy niedokonany αγγίζω αγγίζεις αγγίζει αγγίζο(υ)με αγγίζετε αγγίζουν(ε)
Teraźniejszy dokonany έχω αγγίξει / αγγίσει έχεις αγγίξει / αγγίσει έχει αγγίξει / αγγίσει έχουμε αγγίξει / αγγίσει έχετε αγγίξει / αγγίσει έχουν(ε) αγγίξει / αγγίσει
Przeszły niedokonany άγγιζα άγγιζες άγγιζε αγγίζαμε αγγίζατε άγγιζαν
Przeszły dokonany άγγιξα / άγγισα άγγιξες / άγγισες άγγιξε / άγγισε αγγίξαμε / αγγίσαμε αγγίξατε / αγγίσατε άγγιξαν / άγγισαν
Zaprzeszły είχα αγγίξει / αγγίσει είχες αγγίξει / αγγίσει είχε αγγίξει / αγγίσει είχαμε αγγίξει / αγγίσει είχατε αγγίξει / αγγίσει είχαν(ε) αγγίξει / αγγίσει
Przyszły niedokonany θα αγγίζω θα αγγίζεις θα αγγίζει θα αγγίζο(υ)με θα αγγίζετε θα αγγίζουν(ε)
Przyszły dokonany θα αγγίξω / αγγίσω θα αγγίξεις / αγγίσεις θα αγγίξει / αγγίσει θα αγγίξουμε / αγγίσουμε θα αγγίξετε / αγγίσετε θα αγγίξουν(ε) / αγγίσουν(ε)
Przedprzyszły θα έχω αγγίξει / αγγίσει θα έχεις αγγίξει / αγγίσει θα έχει αγγίξει / αγγίσει θα έχουμε αγγίξει / αγγίσει θα έχετε αγγίξει / αγγίσει θα έχουν(ε) αγγίξει / αγγίσει
Rozkazujący niedokonyny άγγιζε αγγίζετε
Rozkazujący dokonany άγγιξε / άγγισε αγγίξτε / αγγίστε
Bezokolicznik rzeczowny αγγίξει/αγγίσει
Imiesłów czynny αγγίζοντας
  • C2.3P (strona zwrotno-bierna)
Strona bierno-zwrotna – Παθητική φωνή
Czas ja ty on / ona / ono my wy oni / one
Teraźniejszy niedokonany αγγίζομαι αγγίζεσαι αγγίζεται αγγζόμαστε αγγίζεστε αγγίζονται
Teraźniejszy dokonany έχω αγγιχτεί / αγγιστεί έχεις αγγιχτεί / αγγιστεί έχει αγγιχτεί / αγγιστεί έχουμε αγγιχτεί / αγγιστεί έχετε αγγιχτεί / αγγιστεί έχουν(ε) αγγιχτεί / αγγιστεί
Przeszły niedokonany αγγιζόμουν αγγιζόσουν αγγιζόταν αγγιζόμασταν αγγιζόσασταν αγγιζόνταν
Przeszły dokonany αγγίχτηκα αγγίχτηκες αγγίχτηκε αγγιχτήκαμε αγγιχτήκατε αγγίχτηκαν
Zaprzeszły είχα αγγιχτεί / αγγιστεί είχες αγγιχτεί / αγγιστεί είχε αγγιχτεί / αγγιστεί είχαμε αγγιχτεί / αγγιστεί είχατε αγγιχτεί / αγγιστεί είχαν(ε) αγγιχτεί / αγγιστεί
Przyszły niedokonany θα αγγίζομαι θα αγγίζεσαι θα αγγίζεται θα αγγιζόμαστε θα αγγίζεστε θα αγγίζονται
Przyszły dokonany θα αγγιχτώ / αγγιστώ θα αγγιχτείς / αγγιστείς θα αγγιχτεί / αγγιστεί θα αγγιχτούμε / αγγιστούμε θα αγγιχτείτε / αγγιστείτε θα αγγιχτούν / αγγιστούν
Przedprzyszły θα έχω αγγιχτεί / αγγιστεί θα έχεις αγγιχτεί / αγγιστεί θα έχει αγγιχτεί / αγγιστεί θα έχουμε αγγιχτεί / αγγιστεί θα έχετε αγγιχτεί / αγγιστεί θα έχουν(ε) αγγιχτεί / αγγιστεί
Rozkazujący niedokonany - (αγγίζου) (αγγίζεστε)
Rozkazujący dokonany αγγίξου / αγγίσου αγγιχτείτε / αγγιστείτε
Bezokolicznik rzeczowny αγγιχτεί / αγγιστεί
Imiesłów bierny αγγιγμένος / αγγισμένος